Η πόλη μας

E-mail

Στην Αγια – Σοφιά ο Χόντζας ταξιμάριζε

κι η Ιστορία σ’ αλλοφύλους πόντους χάριζε.

Δε ρωτήθηκαν μανάδες, ούτε κι οι λαοί,

τους προδώσανε αφέντες, κάλπικοι ταγοί.

 

Είναι άδικο την Πόλη που τουρκέψανε

και Πολιτισμού κειμήλια, κάφροι κλέψανε.

Κι ο καλόγερος μας γνέφει απ’ τη σκήτη του,

ο Θεός κι η προσευχή του, είναι σπίτι του.

 

Δεν αισθάνεται ο Χόντζας στα χωράφια του

και σκουπίζει τους λυγμούς του και τα δάκρυα του.

Πλάγιασαν γυμνά τα λόγια στα πλακόστρωτα,

λούφαξαν κι οι ερινύες στην κερκόπορτα.

 

 


Και τους ουρανούς ανοίγουν οι Εσπερινοί

και το δίκιο αλυχτάει, μαύροντήθ’ η γη.

Έρχονται καπεταναίοι απ’ το Βόσπορο

και στ’ αμπάρια κουβαλάνε φως ανέσπερο.

 

Φθάσαν ως το Άγιον – Όρος για συγχώρεση

μ’ αν δεν αγαπάς μανάδες, πυρ και κόλαση.

Προσκυνήματα, μετάνοιες, δώρα άδωρα,

αφού κατεβάσαν κτήνη δόξας λάβαρα.

 

Είδανε Ναούς, Μνημεία να κουρσεύονται

και δυό-τρεις απ’ τους προδότες λογικεύονται.

Έστησαν μία κρεμάλα στην κερκόπορτα

κι έπνιξαν τα όνειρά τους τα αλλόκοτα.